Αλλαγή σκυτάλης στο Συμβούλιο Αποφυλάκισης- Εύσημα Αναστασιάδη στη Διεύθυνση των Φυλακών

0
149

Η συμβολή και η εμπειρία των νέων μελών του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία είναι καθοριστικής σημασίας για τον εκσυγχρονισμό του σωφρονιστικού συστήματος και θα συμβάλει περαιτέρω στη μέχρι σήμερα θετική εφαρμογή του θεσμού, ανέφερε σήμερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης.

Πρόεδρος του Συμβουλίου αναλαμβάνει η Λεμονιά Καουτζάνη και μέλη οι Γιώργος Μηχανικός, Αγάθη Βαλανίδου, Τίνα Παύλου και Μάρω Αντωνίου.

Σε χαιρετισμό του στη τελετή διαβεβαίωσης του νέου Συμβουλίου, στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είπε ότι «η απόφαση για τον διορισμό των μελών που απαρτίζουν το Συμβούλιο λήφθηκε προσμετρώντας το εύρος των αρμοδιοτήτων, ως επίσης τη σημαντικότητα του ρόλου και της αποστολής που διέπουν την ίδρυση και τη λειτουργία του, η οποία εδράζεται στη βάση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

«Αποστολή άμεσα συνυφασμένη», ανέφερε, «με την περιοδική επανεξέταση της μακροχρόνιας κράτησης καταδίκων, την υπό αυστηρή εποπτεία, όρους και προϋποθέσεις συνέχιση έκτισης του εναπομείναντος μέρους της ποινής των καταδίκων εκτός των φυλακών και την ομαλή και παραγωγική επανένταξη των κρατουμένων στην κοινωνία».

Στο πλαίσιο αυτό, πρόσθεσε, «συνεκτιμώντας αφενός τις ακαδημαϊκές σπουδές του συνόλου των μελών και αφετέρου την καταγεγραμμένη επαγγελματική τους πορεία σε διάφορες θέσεις που συνδέονται με το χώρο της σωφρονιστικής μεταχείρισης, η αξιοποίηση της εμπειρίας τους θα συμβάλει περαιτέρω στη μέχρι σήμερα θετική εφαρμογή του θεσμού».

Την ίδια στιγμή, συνέχισε, «η συμβολή τους εκτιμάται ως καθοριστικής σημασίας όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό του σωφρονιστικού συστήματος και την ανθρωποκεντρική αντιμετώπιση των κρατουμένων, που τέθηκαν τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της προσοχής, των δράσεων και των προτεραιοτήτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως μέσω της ολοκληρωμένης στρατηγικής πολιτικής που υιοθετεί».

Τόνισε ότι «λαμβάνοντας υπόψη το σύγχρονο πνεύμα σωφρονιστικής πολιτικής και ως αποτέλεσμα της στενής συνεργασίας και του κοινού οράματος του Υπουργείου με τη Διεύθυνση των Φυλακών, τα ζητήματα που άπτονται άμεσα ή έμμεσα της λειτουργίας των Φυλακών και των δικαιωμάτων των κρατουμένων έχουν επιδεχθεί ριζικών αλλαγών».

«Ριζικών αλλαγών που αφορούν», είπε ο Πρόεδρος, «τη συνεχή επιμόρφωση, τη βασική εκπαίδευση και κατάρτιση των σωφρονιστικών υπαλλήλων, την έκτιση της ποινής των καταδίκων υπό συνθήκες ασφάλειας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την εξατομικευμένη στήριξη, την περίθαλψη και την ενίσχυση των δυνατοτήτων εκπαίδευσης και εργασίας, με στόχο πάντα την ομαλή κοινωνική επανένταξή τους».
Ενδεικτικά, είπε ο Πρόεδρος, «μερικά από τα μέτρα που λήφθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή είναι η επίδειξη μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα κακομεταχείρισης ή έλλειψης σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η εισαγωγή προγραμμάτων απεξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες και πρόνοιας για ψυχοσυναισθηματική στήριξη των κρατουμένων και η εξατομικευμένη μεταχείριση των κρατουμένων, κατηγοριοποίηση και μεταχείριση των κρατουμένων κατά ομοειδείς κατηγορίες».

Ο Πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στη «λήψη μέτρων ενδυνάμωσης των επαφών των κρατουμένων με τις οικογένειές τους και το εξωτερικό περιβάλλον και στην πλήρη αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος».

Ως αποτέλεσμα, ανέφερε, τη φετινή χρονιά φοιτούν πάνω από 400 κρατούμενοι (ποσοστό άνω του 75% των κρατουμένων), ενώ 15 φοιτούν στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, «κατέχοντας ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη».

Έκανε, επίσης, λόγο για «αναβάθμιση των υποδομών με 14 βελτιωτικά έργα στις Φυλακές, στα οποία περιλαμβάνονται 3 νέες πτέρυγες».

Αναφέρθηκε επίσης στα θετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων φυλάκισης, «όπως είναι μεταξύ άλλων η κοινοτική εργασία, τα οποία παρέχουν τη δυνατότητα της αποκατάστασης της σχέσης παραβατών με την κοινωνία μέσω της κοινωφελούς εργασίας».

«Δηλωτικό της ουσιαστικής προόδου που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια στο σωφρονιστικό μας σύστημα είναι ότι η χώρα μας λαμβάνει εύσημα από τις αρμόδιες επιτροπές του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ οι καλές πρακτικές της ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας που εφαρμόζονται αναγνωρίζονται ως βέλτιστες σε εγχειρίδια διεθνών Οργανισμών και επιτροπών», είπε.

Την ίδια στιγμή, πρόσθεσε, «στο πλαίσιο της συνεχούς πολιτικής εκσυγχρονισμού του σωφρονιστικού μας συστήματος, κατατέθηκαν στη Βουλή δύο σχετικές νομοθεσίες που διέπουν τη λειτουργία των Φυλακών και τη μεταχείριση των κρατουμένων».

«Αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω θερμά συγχαρητήρια σε έναν από τους κύριους συντελεστές που επέφεραν όλες αυτές τις αλλαγές, για να κατατάσσεται το σωφρονιστικό σύστημα της Κύπρου σε ένα από τα εξαίρετα συστήματα που εφαρμόζονται στις προηγμένες χώρες, στην Άννα Αριστοτέλους, την οποία θερμά συγχαίρω διότι πραγματικά από το διορισμό της, με τη συνδρομή και τη συνεργασία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και μετά, έχουν επιτευχθεί ριζικές αλλαγές που φέρουν το σωφρονιστικό μας σύστημα σε ένα αξιοζήλευτο επίπεδο μέσα στα κράτη της Ευρώπης και όχι μόνο», είπε.

Απευθυνόμενος προς τα νέα μέλη του Συμβουλίου, ο Πρόεδρος είπε ότι «λαμβάνοντας υπόψη τη μέχρι σήμερα επαγγελματική σας πορεία, η οποία χαρακτηρίστηκε από υπευθυνότητα, σοβαρότητα, και επαγγελματισμό ως επίσης το εγνωσμένο ήθος και τις ιδιαίτερες ευαισθησίες που σας χαρακτηρίζουν, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα ανταποκριθείτε πλήρως στην υψηλή αποστολή την οποία έχετε αναλάβει και στις προσδοκίες, στις οποίες εδράστηκε ο διορισμός σας».

«Δεν έχω αμφιβολία», είπε ο Πρόεδρος, «πως σε στενή συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και υπηρεσίες που συνδράμουν το έργο αυτό, έχω την πεποίθηση ότι θα ενεργήσετε κατά τρόπο που θα βελτιωθεί περαιτέρω η λειτουργία του θεσμού».

Διαβεβαίωσε τέλος τα μέλη του Συμβουλίου ότι «στην ομολογουμένως απαιτητική αυτή αποστολή, η Κυβέρνηση θα βρίσκεται στο πλευρό σας», συγχαίροντας τα για την ανάληψη των καθηκόντων τους, ενώ τους ευχήθηκε κάθε επιτυχία στην επιτέλεση τους.

Από την πλευρά της, η νέα Πρόεδρος του Συμβουλίου Λεμονιά Καουτζάνη είπε ότι «αναμφίβολα αποτελεί μεγάλη τιμή για μας η επιλογή μας για τη συγκρότηση του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία».

«Ακόμα κι αν το Συμβούλιο δεν αποτελεί δικαστήριο, εν τη στενή έννοια, οφείλει κατά την εξέταση μιας αίτησης να παρέχει τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας και της διασφάλισης και σεβασμού των δικαιωμάτων του προσώπου όταν αυτό αντιμετωπίζει δικαστική διαδικασία που οδηγεί σε στέρηση της ελευθερίας» πρόσθεσε.

Συνάμα, είπε, «το Συμβούλιο οφείλει να ενεργεί τάχιστα μετά από την υποβολή αίτησης για αποφυλάκιση και να την κρίνει ορθολογιστικά με βάση τα θεσμοθετημένα κριτήρια όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία».

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που υιοθετήθηκε από τα κυπριακά δικαστήρια «το δικαίωμα ενός κρατούμενου να αιτείται την κατά περιόδους αναθεώρηση της κράτησης του συναρτάται με τον παράγοντα του χρόνου, εφόσον στο αρχικό στάδιο της καταδίκης, η ανάγκη για τιμωρία, αποτροπή και προστασία της κοινωνίας ενεργεί ανασταλτικά εναντίον του κρατουμένου αλλά με την πάροδο του χρόνου θεωρείται ότι οι σκοποί αυτοί έχουν εκπληρωθεί με την παρατεταμένη κράτηση στις Φυλακές» ανέφερε.

Όσον αφορά την ενεργοποίηση του δικαιώματος για αποφυλάκιση ενός ισοβίτη, είπε, το Συμβούλιο θα πρέπει να εστιάζει την προσοχή του περισσότερο στους παράγοντες που αφορούν τον ίδιο, δηλαδή την ηλικία του, την συμπεριφορά του, την ψυχική του κατάσταση, την μεταμέλεια του και το ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον σε συνάρτηση με την επικινδυνότητα και τη πιθανής υποτροπή.

Σημείωσε ότι το Συμβούλιο δεν έχει μόνο εξουσίες, αλλά και καθήκοντα, αποφασίζοντας σε συνεργασία με τις εμπλεκόμενες Υπηρεσίες στη βάση των αρχών της ισότητας, της ίσης μεταχείρισης και της φυσικής δικαιοσύνης και εξετάζοντας την αναμορφωτική πορεία του κατάδικου καθ’ όλο τον χρόνο έκτισης της ποινής του και όχι μεμονωμένα το αδίκημα, το οποίο διέπραξε.

Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο των δικαστηρίων, πολύ δε περισσότερο η αποφυλάκιση επ’ αδεία, υπό όρους και σε κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, καθώς και από ιδιάζουσες περιστάσεις.

Είπε ότι το Συμβούλιο επιτελεί ανθρωπιστικό και κοινωνικό έργο και οφείλει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της σύγχρονης κοινωνίας, δίδοντας μέγιστη βαρύτητα στην προστασία της κοινωνίας και ασκώντας την εξουσία του χωρίς να παρεμβαίνει στις αρμοδιότητες της ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας.

Καταλήγοντας, διαβεβαίωσε ότι «θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια να φανούμε αντάξιοι της εμπιστοσύνης που μας έχει επιδειχθεί. Μέσα στους στόχους μας είναι τόσο η ομαλή και άρτια λειτουργία το Συμβουλίου όσο και η υποβολή εισηγήσεων στους αρμόδιους φορείς αναφορικά με ρυθμίσεις και τυχόν τροποποιήσεις της νομοθεσίας, αν χρειαστεί, για τη βελτίωση της λειτουργίας του Συμβουλίου προς εκπλήρωση του σκοπού του».

ΠΗΓΗ Reporter