Ανώτατο:Ακύρωσε την απόφαση Εκλογοδικείου στην αίτηση Α. Χρίστου

0
391

Το Ανώτατο Δικαστήριο κήρυξε άκυρη την πρωτόδικη απόφαση του Εκλογοδικείου στη Λεμεσό, το οποίο είχε απορρίψει την εκλογική αίτηση του τέως Δημάρχου Ανδρέα Χρίστου για επανακαταμέτρηση των ψήφων των δημοτικών εκλογών της 18ης Δεκεμβρίου 2016 στο Δήμο Λεμεσού.

Το Ανώτατο, με ομόφωνη απόφασή του, έκανε μερικώς δεκτό τον ένα από τους έξι λόγους έφεσης που καταχώρησε η πλευρά του κ. Χρίστου με την οποία ζητούσε αφενός την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης και αφετέρου την αντικατάσταση της με την κρίση του Εφετείου.

«Πουθενά, όμως, δεν προβλέπεται ότι όταν η πρωτόδικη κρίση είναι άκυρη, λόγω παρανομίας, το Εφετείο ενεργεί, εκ νέου, ως πρωτόδικο Δικαστήριο», αποφαίνεται το Ανώτατο στην απόφασή του.

Η πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε άκυρη λόγω «της παράβασης της επιτακτικής προθεσμίας των τριών μηνών για την εκδίκαση της Εκλογικής Αίτησης». Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του μετά από περισσότερους από εννέα μήνες από την καταχώρησή της.

Ο νυν Δήμαρχος Νίκος Νικολαίδης είχε λάβει, σύμφωνα με το επίσημο τελικό αποτέλεσμα, 13.920 ψήφους έναντι 13.911 του ανθυποψηφίου του Ανδρέα Χρίστου.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι η μικρή διαφορά των εννέα ψήφων δεν συνιστά από μόνη της «εξαιρετικές περιστάσεις» που να δικαιολογούν την επανακαταμέτρηση των ψήφων.

Η πλευρά του νυν Δημάρχου Νίκου Νικολαίδη είχε καταθέσει αντέφεση με την οποία ζητούσε επίσης την ακύρωση της πρωτόδικης διαδικασίας εφόσον δεν τηρήθηκε η προθεσμία των τριών μηνών που προβλέπεται από τη νομοθεσία.

Το Ανώτατο σημειώνει στην απόφαση του ότι η νομοθεσία «επιτακτικά, καθορίζει ότι, Εκλογική Αίτηση αναφορικά με Δημοτικές Εκλογές, εκδικάζεται, από το Επαρχιακό Δικαστήριο, σε χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, επιταγή που δεν τηρήθηκε στην προκείμενη περίπτωση, ούτε κατά προσέγγιση».

«Δεν είναι νοητό μια Εκλογική Αίτηση, η οποία πρέπει να εκδικάζεται, δηλαδή πρέπει να αποπερατώνεται σε χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, να αποπερατώνεται μετά από παρέλευση περισσοτέρων των εννέα μηνών και η απόφαση να θεωρείται έγκυρη», προστίθεται.

«Πρωταρχικό καθήκον για τη συμμόρφωση με την προαναφερόμενη αυστηρή προθεσμία έχει, βέβαια, το εκδικάζον Δικαστήριο, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση, παρέβηκε το καθήκον που είχε, σύμφωνα με το Νόμο, να εκδικάσει την υπόθεση εντός τριών μηνών. Όμως, συνυπεύθυνοι για την τήρηση των προθεσμιών και του αυστηρού χρονικού πλαισίου είναι και οι διάδικοι και ιδιαίτερα οι Αιτητές, σε μιαν Εκλογική Αίτηση», σημειώνει περαιτέρω το Ανώτατο στην απόφασή του.

Σύμφωνα με την απόφαση, «οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να υπενθυμίζουν στο Δικαστήριο το καθήκον του να συμμορφωθεί αυστηρά με το χρονικό πλαίσιο που θέτει ο Νόμος και, εκεί όπου παρατηρείται οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε παραβίαση του χρονικού πλαισίου, οι διάδικοι οφείλουν να παίρνουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να τηρηθεί αυστηρά το χρονικό πλαίσιο».

«Οι Εφεσείοντες-Αιτητές, στην προκείμενη περίπτωση, δεν φαίνεται να έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο, διαδικαστικό ή άλλο, ώστε να βεβαιωθούν ότι η διαδικασία της Εκλογικής Αίτησης θα βρισκόταν, εντός του χρονικού πλαισίου, σε συμμόρφωση με τη σχετική νομοθετική επιταγή. Ούτε οποιανδήποτε προτροπή προς το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να έκαμαν, ούτε οποιανδήποτε ένσταση σε μεγάλες χρονικές προθεσμίες που εδίδονταν ήγειραν, ούτε και ζήτησαν οποιοδήποτε προνομιακό ένταλμα mandamus, με το οποίο να διαταχθεί το πρωτόδικο Δικαστήριο να τηρήσει αυστηρά τα χρονικά πλαίσια, σύμφωνα με το Νόμο. Ούτε, βέβαια, και οι Εφεσίβλητοι πήραν οποιαδήποτε νομικά μέτρα με σκοπό τη διεξαγωγή της διαδικασίας, εντός των πλαισίων του Νόμου», προστίθεται.

Το Ανώτατο σημειώνει ότι «η πρωτόδικη διαδικασία και η απόφαση, η οποία βρίσκεται κατά πολύ εκτός του επιτακτικού χρονικού πλαισίου των τριών μηνών, είναι άκυρες και δεν μπορούν να διασωθούν στη βάση της αρχής της αναλογικότητας».

Αναφερόμενο συνοπτικά στην ουσία της υπόθεσης, το Ανώτατο επισημαίνει στην απόφασή του ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τα λοιπά ορθά εξετέλεσε το καθήκον του και κατέληξε σε συμπεράσματα που δεν θα μπορούσαν να ανατραπούν κατ’ έφεση».

«…κατά την κρίση μας, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η Αίτηση δεν είχε τεκμηριωθεί και δεν μπορούσε να επιτύχει, στη βάση του σχετικού Νόμου. Ορθή ήταν η καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ως προς τις νομικές αρχές τις οποίες εφάρμοσε», προσθέτει.

Ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης, το Ανώτατο δεν έδωσε οποιανδήποτε διαταγή για έξοδα, τόσο στην Έφεση όσο και στην Αντέφεση.

Πηγή:
ΚΥΠΕ